μυθουργία Save LSJ Pape μῡθουργ-ία, ἡ, = μυθοποιία, Tz. H. 8.519, Poet. ap. Sch. Opp. H. 1.619. μυθουργία, [ῡ], ἡ, = μυθοποιΐα, Tzetz. u. a.Sp.