μυώδης
μυώδης, mouse-like
μυ-ώδης, ες,
- mouse-like, τὸ δακεῖν μ. Plu. Cohib. 2.458c.
- II (μῦς IV) muscular, D.S. 5.39, Ruf. Onom. 96, Plu. QConv. 2.733b, Arr. Cyn. 6.2.
μυώδης, ης, ες [ῠ]
1 de rat, Plut. M. 458c ||
2 musculeux, DS. 5, 139 ; Plut. M. 733b ; Arr. Cyn. 6, 2.
Étym. μῦς, -ωδης.
μυώδης, ες,
1) mäuseartig, τὸ ἐμφῦναι καὶ δακεῖν μυρμηκῶδες καὶ μυῶδες, Plut. cohib.ira 10.
2) voll Muskeln ; Plut. Symp. 8.9.3 M.; εὔτονοι καὶ μυώδεις τοῖς σώμασιν, DS. 5.39.
1) mäuseartig, τὸ ἐμφῦναι καὶ δακεῖν μυρμηκῶδες καὶ μυῶδες, Plut. cohib.ira 10.
2) voll Muskeln ; Plut. Symp. 8.9.3 M.; εὔτονοι καὶ μυώδεις τοῖς σώμασιν, DS. 5.39.