μῶδιξ
μῶδιξ, ἡ,
- = σμῶδιξ, Hsch. μωδύει· θάλπει, μωραίνει, ἐκλύει, Id. (leg. μωλύει). μώδυξ· ἀπαίδευτος, Id. (leg. μῶλυξ).
μῶδιξ, = σμῶδιξ.