Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ναίτειρα
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ναϊάς
Ναιάς
ναιδαμῶς
ναΐδιον
ναίεσκον
ναιετάω
ναιέτης
ναιέτις
ναιήσαντο
ναίκι
ναικισήρης
ναικισσορεύω
ναϊκός
Ναιμάν
Ναίν
Ναΐν
ναινεύρη
ναῖον
νάϊος
Νάϊος
ναιός
νάιος
ναῖρον
ναίρω
Ναΐς
Ναίς
ναισιελία
ναϊσκάριον
ναΐσκιον
ναΐσκος
ναίτειρα
Νάϊτις
ναίχι
ναιχί
ναίω
νάκαφθον
νάκη
νακοδαίμων
νακοδέψης
νακοκλέψ
νάκολον
Νακόρειοι
Νακόρειον
νακόρος
νάκος
νακοτιλτέω
νακοτίλτης
νακότιλτος
νάκτης
νακτός
νακύριον
νάκυρον
νᾶμα
ναμαρᾶς
ναμασιπήξ
ναμάτειος
ναματιαῖος
ναμάτιον
ναματώδης
ναμερτ
ναμέρτεια
…
ναίτειρα
Save
Pape
ναίτειρα
, ἡ, fem. zu ναιέτης,
Bewohnerin
, Hesych. erkl. οἰκοδέσποινα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}