ναίω
ναίω, to dwell, abide
- 1 of persons, dwell, abide, mostly folld. by a Prep. of Place, ἐν Ὕλῃ, etc., Il. l.c., etc.; ῥοῇς ἔπι Σαγγαρίοιο 16.719; ἐπʼ ἄκρων ὀρέων S. OT 1105 (lyr.); κατὰ πτόλιν Il. 2.130; ἀνʼ οὔρεα Hes. Th. 130; πὰρ ποταμόν Il. 2.522; ὑπὸ Πλάκῳ 6.396: c. dat. loci, αἰθέρι ναίων 2.412, Hes. Op. 18, etc.; ν. μετά τινος S. Ph. 1105 (lyr.): metaph., τὴν σὴν δʼ ὁμοῦ ναίουσαν [ὀργήν] Id. OT 338; τὰν ἀρετὰν ναίειν ἐπὶ πέτραις Simon. 58: with Adv., [κακότης] ἐγγύθι ναίει Hes. Op. 288; ἵνα αἱ Φορκίδες ναίουσι A. Pr. 794.
- b c. acc. loci, dwell in, inhabit, οἰκία, δώματα, Od. 20.288, Hes. Op. 8, cf. Pi. P. 7.5, al.; ἅλα, πλάκας ὀρέων, E. Hel. 1584, Ba. 719; freq. with place-names, Il. 2.615, Alex. 22, etc.: metaph., Πειθὼ ναίει καὶ Χάρις υἱὸν Ἄγησίλα dub. in Pi. Fr. 123.10; of the statues of gods, πρόπυλα ναίουσιν τάδε S. El. 1375:—Pass., to be inhabited, Id. Fr. 1125 (in aor. ἐνάσθη), etc.; πολίταις Theoc. 16.88; ὑπʼ ἀνδράσι A.R. 1.794.
- 2 of places, lie, be situated, once in Hom., νήσων αἳ ναίουσι πέρην ἁλός Il. 2.626; ὦ κλεινὰ Σαλαμίς, σὺ μέν που ναίεις ἁλίπλακτος S. Aj. 598 (lyr.).
- II causal, in Ep. aor. ἔνασσα or νάσσα, Med. ἐνασσάμην:
- 1 c. acc. loci, give one to dwell in, καί κέ οἱ Ἄργεϊ νάσσα πόλιν I would have given him a town in Argos for his home, Od. 4.174; make habitable, build, νηὸν ἔνασσαν h.Ap. 298; settle, Εὔβοιαν ἕλον καὶ ἔνασσαν Pi. Pae. 5.36:—in Med., found, μυρία δʼ ἄστη νάσσατʼ ἐποιχόμενος A.R. 4.275:—in Pass., of places, like Act. I.2, to be situated, πολίων εὖ ναιομενάων Il. 3.400, al.
- 2 c. acc. pers., let one dwell, settle him, ἐν Ἄργει ἔνασσεν Ἡρακλέος ἐκγόνους Pi. P. 5.71:— in Med., νάσσατο κούρην A.R. 4.567.
- III Med. and Pass. in act. sense, fut. νάσσομαι Id. 2.747: Ep. aor. 1 νάσσατο Hes. Op. 639, Dem.Bith. 6, Philet. 24; later 3 pl. ναιήσαντο D.P. 349: pf. νένασται IG 14.1389i8; part. νενασμένος D.P. 264: aor. Pass. ἐνάσθην, πατὴρ ἐμὸς Ἄργεϊ νάσθη my father settled at Argos, Il. 14.119.—More freq. in Compos. with ἀπό, κατά.
1. praes., act. wonen, met prep. bep.:
2. aor.
a. act. met acc. vestigen, ter bewoning geven:
b. med.-pass., intrans. zich vestigen:
1) nach B.A. 1096 sizilisch = οἰκέω, wohnen, von Göttern u. Menschen, gew. mit Präpositionen ; ναίουσι κατὰ πτόλιν, Il. 2.130 ; ἐν πόλει, 5.543 u. öfter ; ἀμφὶ δὲ Σελλοὶ σοὶ ναίουσι, 16.235 ; ὑπὸ Πλάκῳ, 6.396 ; πὰρ Πριάμῳ, 13.176 ; περὶ ὄρος, 2.758 ; παρὰ ποταμόν, 2.522 ; πέρην Εὐβοίης, 535 ; auch mit dem bloßen dat., Φρυγίῃ ναίεσκε, Il. 16.719 ; Ζεὺς αἰθέρι ναίων, 4.166 ; Hes. O. 18. So auch die folgdn Dichter, ὄχθαις ὕπο Ταϋγέτου ναίοντες, Pind. P. 1.64 ; πρὸς ἡλίου ναίουσι πηγαῖς, Aesch. Prom. 811, öfter, nur im praes. u. impf., wie die anderen Tragg.; τῇδʼ ὁμοῦ ναίειν πόλει, Soph. O.C. 953, ἐπʼ ἄκρων ὀρέων, O.R. 1105, vgl. Phil. 1105 ; ἐπὶ ξένῳ χθονί, Eur. Med. 436, κατʼ οὐρανόν, Hipp. 68, öfter ; sp.D. – Auch von Ländern, Inseln, Städten, gelegen sein, bewohnt werden, wie ναιετάω ; νήσων, αἳ ναίουσι πέρην ἁλός, Il. 2.626 ; Soph. ὦ Σαλαμίς· σὺ μέν που ναίεις ἁλίπλακτος εὐδαίμων, Aj. 594 ; bei sp.D. nachgeahmt, wie bei Ap.Rh.
2) trans.: a) bewohnen, c. accus., οἳ δʼ Ἀσπληδόνα ναῖον, Il. 2.511, ναίοιτε Τροίην, 3.74, öfter ; Ὕλῃ ἔνι οἰκία ναίων, 7.221 ; Σάμῃ δʼ ἐνὶ οἰκία ναῖεν, Od. 20.288 ; danach richtig (für δώμασι) θεὰ δʼ ἐν δώματα ναίει, 1.51 ; ὅθι κλυτὰ δώματα ναίω, 24.304 ; ὀρέων ναίουσι κάρηνα, 9.113 ; Hes. u. folgde Dichter ; ὄχθαις ἔπι ναίεις Ἀκράγαντος κολώναν, Pind. P. 12.3 ; ναίετε ἕδραν, Ol. 14.2 ; πόλιν, I. 5.62, P. 7.6 ; oft bei Tragg., auch nur im praes. und impf., πλεκτὰς στέγας, Aesch. Prom. 712, χθόνα, Spt. 713, πάτραν, Pers. 182, δώματα, Suppl. 949, τόπους, Soph. O.C. 84, ὦ Βακχεῦ Θήβαν ναίων, Ant. 1110 ; allgemeiner, sich aufhalten, O.C. 118, 136 ; ξένην πόλιν, Eur. Phoen. 373 u. öfter. – Pass., εὖ ναιόμενα πτολίεθρα u. ä., von Einigen zusammengeschrieben εὐναιόμενα ; über das von den Alten hierhergerechnete νέαται s. νέατος ; τὰν ἀγχιστεύουσαν γᾶν Ἰονίῳ ναίεσθαι πόντῳ, Eur. Troad. 225.
b) wohnen lassen, ansiedeln, ἐν Ἄργει τε καὶ ζαθέᾳ Πύλῳ ἔνασσεν ἀλκᾶντας Ἡρακλέος ἐκγόνους, Pind. P. 5.64 ; u. so pass., πατὴρ ἐμὸς Ἄργεϊ νάσθη, Il. 14.119, wurde in Argos angesiedelt, ließ sich dort nieder, wie ἐννάσθη, Ap.Rh. 3.1151, u. νενασμένοι, Dion.Per. 264, 1032. Schwieriger ist Od. 4.174, καί κέ οἱ Ἄργεϊ νάσσα πόλιν καὶ δώματʼ ἔτευξα, was nicht heißen kann »ich hätte ihm eine Stadt in Argos gebaut«, weil 176 folgt μίαν πόλιν ἐξαλαπάξας, sondern heißen müßte »ich hätte ihm eine Stadt mit seinen Leuten zu bevölkern gegeben«, wogegen Nitzsch in der Anm. zu der Stelle Zweifel erhebt. Das med. hat Hes. O. 641, νάσσατο ἄγχʼ Ἐλικῶνος ὀϊζτρῇ ἐνὶ κώμῃ, er siedelte sich an ; s. auch ἀποναίω ; ὅτε νάσσεσθαι ἔμελλον γῆν, Ap.Rh. 2.747, bewohnen.
3) fließen (vgl. νάω, νέω); ναῖον δʼ ὀρῷ ἄγγεα Od. 9.222 (Andere lesen νᾶον), die Gefäße flossen über (waren voll, Schol. περιρρέοντο, ἐπεπλήρωντο, die Erkl. des Apoll. Lex. Hom. ἀντὶ τοῦ νεανικῶς, verbessert Meineke gut ἀντὶ τοῦ νέον ἰακῶς); ὃς ἔναιεν ἐν ἅλμῃ, er schwamm darin, Archestr. bei Ath. IV.136b. Auch Ap.Rh. 1.1186 ist ναῖον v.l. für νᾶον, vgl. Schol. u. Callim. Dian. 224.
[νασ-.]
3 sing. pa. iterative nai/eske Il. 5.708, Il. 16.719.
3 pl. -ον Il. 2.758.
Aor. νάσσα Od. 4.174.
3 sing. aor. pass. νάσθη Il. 14.119.
(ἀπο-)
- 1
To live, dwell, abide, have one’s home : ἔναιεν ἐνὶ φηρῇ Il. 5.543. Cf. Il. 2.130, Il. 6.13, Il. 9.154, Il. 13.176, Il. 16.233, etc. : Od. 3.292, Od. 4.98, Od. 5.58, Od. 13.240, Od. 15.96, etc.
- 2
Of a house, by a sort of personification, to stand, be situated : δόμον δείξω, ἐπεί μοι πατρὸς ἐγγύθι ναίει Od. 7.29.
So of islands, to lie : νήσων, αἳ ναίουσι πέρην ἁλός Il. 2.626.
- 3
To live in, dwell in, have one’s home in, inhabit, hold, have : Ἀσπληδόνα Il. 2.511. Cf. Il. 2.593, Il. 3.74, Il. 6.15, Il. 9.484, Il. 15.190, etc. : Od. 1.51, Od. 4.555, Od. 9.36, 49, 113, etc.
- 4
In pres. pple. pass. with εὖ
, of places, well inhabited, holding a goodly people : εὖ ναιόμενον πτολίεθρον Il. 1.164, Il. 2.133, Il. 9.402, Il. 13.380. Cf. Il. 3.400, Il. 5.489, Il. 9.149, 291, Il. 13.815, Il. 14.255 = Il. 15.28, Il. 16.572: Od. 13.285. - 5
In aor., to establish or settle (a city) : Ἄργεΐ κέ οἱ νάσσα πόλιν Od. 4.174.
- 6
In aor. pass. in mid. sense, to establish oneself, settle, take up one’s abode : Ἄργεϊ νάσθη Il. 14.119.
- 1
[= νάω.]
To flow, be filled to overflowing : ναῖον ὀρῷ ἄγγεα Od. 9.222.
- 1 dwell in, on, among
- a of people c. acc. Ζεῦ, Κρόνιον ναίων λόφον O. 5.17 τρίπολιν νᾶσον ναίοντας the family of Diagoras O. 7.19 Δόρυκλος Τίρυνθα ναίων πόλιν O. 10.68 αἵτε ναίετε καλλίπωλον ἕδραν Χάριτες O. 14.2 εἰ δὲ σώφρων ἄντρον ἔναιʼ ἔτι Χίρων P. 3.63 ἐπεὶ τίνα πάτραν, τίνα οἶκον ναίων ὀνυμάξεαι ἐπιφανέστερον (ναίοντʼ, τʼ ἀίων v. l. ap. Σ.) P. 7.6 Στροφίον ἐξίκετο Παρνασσοῦ πόδα ναίοντʼ P. 11.36 ἅ τʼ ὄχθαις ἔπι μηλοβότου ναίεις Ἀκράγαντος ἐύδματον κολώναν P. 12.3 ἐν τίν κʼ ἐθέλοι εὐτυχῶς ναίειν προγόνων ἐυκτήμονα ζαθέαν ἄγυιαν N. 7.91 Οὔλυμπον θέλεις <ναίειν ἐμοὶ> (supp. Boeckh, lacunam explens.) N. 10.84 τάνδε πόλιν θεοφιλῆ ναίοισι the family of Lampon I. 6.66 ναίω Θραικίαν γαῖαν a chorus of Abderitans speaks Πα. 2. 24. ἤτοι καὶ ἐγὼ σκόπελον ναίων διαγινώσκομαι a chorus of Keans speaks Pae. 4.21 c. prep. ἐν τᾷ γὰρ Εύνομία ναίει (sc. Κορίνθῳ) O. 13.6 ἔκγονοι ὄχθαις ὕπο Ταυγέτου ναίοντες P. 1.64 μάκαρ μὲν ἀνδρῶν μέτα ἔναιεν, ἥρως δʼ ἔπειτα λαοσεβής (sc. Βάττος) P. 5.95 νῦν δὲ πὰρ Αἰγιόχῳ κάλλιστον ὄλβον ἀμφέπων ναίει (Ἡρακλέης) I. 4.59 μνάσει δὲ καί τινα ναίο[ν]θʼ ἑκὰς ἡρωίδος θεαρίας (supp. Snell.) Pae. 14.35 met. ἐν δʼ ἄρα καὶ Τενέδῳ Πειθώ τʼ ἔναιεν καὶ Χάρις υἱὸν Ἁγησίλα (loc. susp.) fr. 123. 14.
- b of things. δονάκων, τοὶ παρὰ καλλιχόρῳ ναίοισι πόλι Χαρίτων Καφισίδος ἐν τεμένει (νάοισι Theon) P. 12.26
- 2 aor. in causal sense.
- a make to dwell, settle Λακεδαίμονι ἐν Ἄργει τε καὶ ζαθέᾳ Πύλῳ ἔνασσεν ἀλκάεντας Ἡρακλέος ἐκγόνους Αἰγιμιοῦ τε (sc. Ἀπόλλων) P. 5.71
- b make habitable, settle Εὔβοιαν ἕλον καὶ ἔνασσαν (sc. οἱ ἀπʼ Ἀθηνῶν Ἴωνες) Pae. 5.36
- 3 ]γα να<ί>ειν το[ (supp. Snell) Πα. 7. 8. ναιο[ P. Oxy. 659c.
tú eres el gran Amón, el que habita en el cielo, ven, ayúdame
- Iof persons, to dwell, abide, Il., Hes., Trag.:—c. acc loci, to dwell in, inhabit, οἶκον, δῶμα, ἅλα, etc., Hom., etc.:—Pass. to be inhabited, Theocr.
- 2of places, to lie, be situated, Soph.
- IICausal, in Epic aor1 ἔνασσα or νάσσα,
- 1c. acc. loci, to give one to dwell in, νάσσα πόλιν I would have given him a town for his home, Od.: also to make habitable, to build, νηὸν ἔνασσαν Hhymn.:—Pass., v. εὐναιόμενος.
- 2c. acc. pers. to let one dwell, settle him, Pind.; Pass., Epic aor1 νάσθην, to be settled, to dwell, Il.; so, aor1 mid., νάσσατο ἄγχι Ἑλικῶνος Hes.; perf. νένασται Anth. ναίω = νάω
- to run over, to be full, Od.
-
…Ὀρέσβιον αἰολομίτρην, ὅς ῥʼ ἐν Ὕλῃ ναίεσκε μέγα πλούτοιο μεμηλώς, λίμνῃ κεκλιμένος Κηφισίδι · πὰρ δέ οἱ ἄλλοι ναῖον Βοιωτοὶ μάλα πίονα δῆμον ἔχοντες. τοὺς δʼ ὡς οὖν ἐνόησε θεὰ λευκώλενος Ἥρη Ἀργείους ὀλέκοντας ἐνὶ κρατερῇ ὑσμίνῃ ,…
Homer, Iliad
-
…μὲν ἐνθένδʼ ἡλίου πρὸς ἀντολὰς στρέψασα σαυτὴν στεῖχʼ ἀνηρότους γύας · Σκύθας δʼ ἀφίξῃ νομάδας, οἳ πλεκτὰς στέγας πεδάρσιοι ναίουσʼ ἐπʼ εὐκύκλοις ὄχοις ἑκηβόλοις τόξοισιν ἐξηρτυμένοι · οἷς μὴ πελάζειν, ἀλλʼ ἁλιστόνοις πόδας χρίμπτουσα ῥαχίαισιν ἐκπερᾶν χθόνα. λαιᾶς…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…, ὄφρʼ εἴη μακάρεσσι θεοῖς ἕδος ἀσφαλὲς αἰεί. γείνατο δʼ Οὔρεα μακρά, θεῶν χαρίεντας ἐναύλους Νυμφέων, αἳ ναίουσιν ἀνʼ οὔρεα βησσήεντα. ἠδὲ καὶ ἀτρύγετον πέλαγος τέκεν, οἴδματι θυῖον, Πόντον, ἄτερ φιλότητος ἐφιμέρου · αὐτὰρ…
Hesiod, Theogony
-
…ἄπο πήματα πάσχει νήσῳ ἐν ἀμφιρύτῃ, ὅθι τʼ ὀμφαλός ἐστι θαλάσσης. νῆσος δενδρήεσσα, θεὰ δʼ ἐν δώματα ναίει, Ἄτλαντος θυγάτηρ ὀλοόφρονος, ὅς τε θαλάσσης πάσης βένθεα οἶδεν, ἔχει δέ τε κίονας αὐτὸς μακράς, αἳ…
Homer, Odyssey
-
…ἀπὸ νόσφιν ἐόντων · αὐτὰρ ἐπεὶ Δαναῶν νέες ἤλυθον ἀμφιέλισσαι, ἂψ εἰς Ἴλιον ἦλθε, μετέπρεπε δὲ Τρώεσσι, ναῖε δὲ πὰρ Πριάμῳ, ὃ δέ μιν τίεν ἶσα τέκεσσι · τόν ῥʼ Ἕκτωρ ἐνένιπεν ἔπος τʼ ἔφατʼ ἔκ τʼ…
Homer, Iliad
-
…ἀμφιχυθείς · σὺ δέ οἱ κακὰ μήσαο θυμῷ ὄρσασʼ ἀργαλέων ἀνέμων ἐπὶ πόντον ἀήτας, καί μιν ἔπειτα Κόωνδʼ εὖ ναιομένην ἀπένεικας νόσφι φίλων πάντων. ὃ δʼ ἐπεγρόμενος χαλέπαινε ῥιπτάζων κατὰ δῶμα θεούς, ἐμὲ δʼ ἔξοχα πάντων ζήτει ·…
Homer, Iliad
-
…ἀνὴρ μέμονέν τε μάλιστα μητέρʼ ἐμὴν γαμέειν καὶ Ὀδυσσῆος γέρας ἕξειν. ἀλλὰ τά γε Ζεὺς οἶδεν Ὀλύμπιος, αἰθέρι ναίων, εἴ κέ σφι πρὸ γάμοιο τελευτήσει κακὸν ἦμαρ. ὣς ἄρα οἱ εἰπόντι ἐπέπτατο δεξιὸς ὄρνις, κίρκος ,…
Homer, Odyssey
-
…νήπιε Πέρση. τὴν μέν τοι κακότητα καὶ ἰλαδὸν ἔστιν ἑλέσθαι ῥηιδίως · λείη μὲν ὁδός, μάλα δʼ ἐγγύθι ναίει · τῆς δʼ ἀρετῆς ἱδρῶτα θεοὶ προπάροιθεν ἔθηκαν ἀθάνατοι · μακρὸς δὲ καὶ ὄρθιος οἶμος ἐς αὐτὴν καὶ τρηχὺς τὸ…
Hesiod, Works and Days
-
…ἀχνύμενός περ ἀκοῦσαι. ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μʼ αὐτίκʼ ἀμειβόμενος προσέειπεν · υἱὸς Λαέρτεω, Ἰθάκῃ ἔνι οἰκία ναίων · τὸν δʼ ἴδον ἐν νήσῳ θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέοντα, νύμφης ἐν μεγάροισι Καλυψοῦς, ἥ μιν ἀνάγκῃ ἴσχει…
Homer, Odyssey
-
…· βλῆτο γὰρ οὔ τι κάκιστος ἀνὴρ μετὰ Μυρμιδόνεσσιν υἱὸς Ἀγακλῆος μεγαθύμου δῖος Ἐπειγεύς, ὅς ῥʼ ἐν Βουδείῳ εὖ ναιομένῳ ἤνασσε τὸ πρίν · ἀτὰρ τότε γʼ ἐσθλὸν ἀνεψιὸν ἐξεναρίξας ἐς Πηλῆʼ ἱκέτευσε καὶ ἐς Θέτιν ἀργυρόπεζαν · οἳ δʼ…
Homer, Iliad