νεβριδόστολος Save LSJ Bailly 2024 Pape νεβρῐδό-στολος, ον, = foreg., Orph. H. 52.10. νεβριδό·στολος, ος, ον [ῐ] dont la robe est une peau de faon, Orph. H. 51, 10. Étym. νεβρίς, στολή. νεβριδόστολος, = νεβριδόπεπλος, Orph. H. 51.10.