νεοβλαστής Save LSJ Bailly 2024 Pape νεο-βλαστής, ές, = sq., Opp. H. 1.735. νεο·βλαστής, ής, ές, c. le suiv. Opp. H. 1, 735. νεοβλαστής, ές, = νεόβλαστος, τέκνα νεοβλαστῆ, Opp. Hal. 1.735.