νεογηλής
νεο-γηλής, ές, acc. sg. νεογηλέα, νεβρόν
- v.l. for νεοθηλέα in Anacr. 51 ap.Sch. Pi. O. 3.52; fort. νεογιλέα from νεογῑλής, ές, = sq.