νεοπλυνής Save LSJ Bailly 2024 Pape νεο-πλῠνής, ές, = sq., Poll. 1.25. νεο·πλυνής, ής, ές [ῠ] c. le suiv. Soph. fr. 391 Dind. νεοπλυνής, ές, = νεόπλυτος, Soph. frg. 391, νεοπλυνεῖς δʼ ἐπενδύται.