νευρόσπασμα
νευρό-σπασμα, ατος, τό,
- = νευρόσπαστον, in pl., EM 454.17, Phot. s.v. θραύματα.
νευρόσπασμα, τό, = νευρόσπαστον, in VLL Erkl. von θαύματα, vgl. Ruhnk. zu Tim. p. 140.