Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νυθώδης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νουνεχόντως
νούνεχος
νουνεχῶς
νοῦς
νουσαλέος
νουσαχθής
νούσημα
νουσοβαρής
νουσοκόμος
νουσολύτης
νουσομελής
νοῦσος
νουσοφόρος
Νοῦσσα
νοῦφας
νοχαλός
νοχελές
νοχελής
νυ
νύ
νῦ
νύγδην
νύγμα
νυγματικός
νυγματώδης
νυγματωδῶς
νυγμή
νυγμός
νύγω
νυθός
νυθώδης
νυκτάζω
νυκταίετος
νυκταιροδύτειρα
νυκταλογερόντιον
νυκταλός
νυκταλωπάω
νυκταλώπηξ
νυκταλωπία
νυκταλωπίασις
νυκταλωπιάω
νυκταλωπικά
νυκταλωπικός
νυκτάλωψ
νυκταστράπτης
νυκταυγής
νυκτεγερσία
νυκτεγερτέω
νυκτελεῖν
νυκτελέω
νυκτέλιος
νυκτέπαρχος
νυκτερεία
νυκτέρεια
νυκτερείσιος
νυκτερέτης
νυκτέρευμα
νυκτερευτής
νυκτερευτικός
νυκτερεύω
νυκτερήσιος
…
νυθώδης
Save
Pape
νυθώδης
, ες, erkl. Hesych. σκοτεινώδης,
dunkel
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}