νυκταλός Save LSJ Bailly 2024 Pape νυκτᾰλός, ή, όν, f.l. in D.L. 6.77 codd. Suid., for νυσταλέος (or -λος). νυκταλός, ή, όν, c. νυσταλός, DL. 6, 77. νυκταλός, = νυσταλός, Suid.; auch DL. 6.77, v.l.