νυκτερήσιος
νυκτερήσιος, nightly
νυκτερ-ήσιος, ον,
- nightly, Luc. Alex. 53 (v.l. -εισ-, -ισ-), S.E. M. 10.188.
νυκτερήσιος, ος, ον, nocturne, Sext. 513, 3 et 7.
Étym. νύκτερος.
νυκτερήσιος, nächtlich ; χρησμός, Luc. Alex. 53 (wo Jacobs νυκτηρείσιος aufgenommen); φάντασμα, S.Emp. adv.phys. 2.188 ; s. νυκτοειδής.
νυκτερήσιος, ον,
νύκτερος
- nightly, Ar.