ξυρίζω
ξῠρ-ίζω,
- = ξυρέω, Sch. Nic. Al. 410:—Med., fut. inf. -ιεῖσθαι, f.l. for ξυρεῖσθαι, Alciphr. 3.66.
ξυρίζω [ῠ] c. ξυράω, Alciphr. 3, 66, 2.
ξυρίζω, poet. = ξυράω, Sp., wie Alciphr.