Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξύρισμα
ξύρισμα, shaving
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξυντυγχάνω
ξυνυπηρετέω
ξυνυφαίνω
ξυνυφή
ξυνῳδός
ξυνωθέω
ξυνών
ξυνωνία
ξυνωνός
ξυνωρίς
ξυόεις
ξυόεσσαν
Ξυπεταιών
Ξυπέτιος
ξυραῖος
ξυράφιον
ξυράω
ξυρέειν
ξυρεῦνται
ξυρέω
ξυρήκης
ξυρήσιμος
ξύρησις
ξυρησμός
ξυρητής
ξυρίας
ξυριάω
ξυρίζω
ξύριον
ξυρίς
ξύρισμα
ξυρμεύεσθαι
ξυροδόκη
ξυροθήκη
ξυρόν
ξυροποιός
ξυρός
ξυρουργός
ξυροφορέω
ξυρρ
ξυρρ-
ξυρράπτω
ξυρρέω
ξυρρήγνυμι
ξύρω
ξύσιλος
ξῦσις
ξύσις
ξυσκιάζω
ξυσκοτάζω
ξύσμα
ξυσμάλιον
ξυσμάτιον
ξυσματώδης
ξυσμή
ξυσμός
ξυσσ
ξυστάδες
ξυστάλλιον
ξυσταρχέω
ξυστάρχης
…
ξύρισμα
Save
ξύρισμα, shaving
LSJ
ξύρισμα [ῠ], ατος, τό,
shaving,
βοστρύχων
Tz.
H.
2.537.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}