Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξυσμάλιον
ξυσμάλιον, erosive plaster
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξυρήσιμος
ξύρησις
ξυρησμός
ξυρητής
ξυρίας
ξυριάω
ξυρίζω
ξύριον
ξυρίς
ξύρισμα
ξυρμεύεσθαι
ξυροδόκη
ξυροθήκη
ξυρόν
ξυροποιός
ξυρός
ξυρουργός
ξυροφορέω
ξυρρ
ξυρρ-
ξυρράπτω
ξυρρέω
ξυρρήγνυμι
ξύρω
ξύσιλος
ξῦσις
ξύσις
ξυσκιάζω
ξυσκοτάζω
ξύσμα
ξυσμάλιον
ξυσμάτιον
ξυσματώδης
ξυσμή
ξυσμός
ξυσσ
ξυστάδες
ξυστάλλιον
ξυσταρχέω
ξυστάρχης
ξυσταρχία
ξύστασις
ξυστέλλω
ξυστήρ
ξυστηρίδιον
ξυστήριον
ξυστήριος
ξύστης
ξυστιδωτός
ξυστικός
ξυστίς
ξυστοβόλος
ξυστόν
ξυστός
ξυστοφορέω
ξυστοφόρος
ξύστρα
ξυστρεία
ξυστρέφω
ξυστρίον
ξυστρίς
…
ξυσμάλιον
Save
ξυσμάλιον, erosive plaster
LSJ
ξυσ-μάλιον, τό,
erosive plaster,
Cyran.
40.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}