οἰνολογέω
οἰνολογέω, speak of wine
οἰνο-λογέω,
- speak of wine, Ath. 2.40f.
οἰνο·λογέω-ῶ, parler de vin, Ath. 40f.
Étym. οἶν. λόγος.
οἰνολογέω, = περὶ οἴνων εἰπεῖν, Ath. II.40e.
οἰνολογέω, speak of wine