Οἰνοπία
Οἰνοπία, ας (ἡ) Œnopia, anc. n. d’Égine, Pd. I. 7, 21.
Étym. Οἴνοψ.
Οἰνοπία (cf. Οἰνώνα.) an old name for Aigina. σὲ δʼ (= Αἴγιναν)
- 1ἐς νᾶσον Οἰνοπίαν ἐνεγκὼν κοιμᾶτο I. 8.21