οἰνοπλάνητος
οἰνοπλάνητος, wine-bewildered
οἰνο-πλάνητος [ᾰ], ον,
- wine-bewildered, κυλίκων ἅμιλλαι E. Rh. 363 (lyr.).
οἰνο·πλάνητος, ος, ον [ᾰ] égaré par le vin, Eur. Rhes. 363.
Étym. οἶν. πλάνητος.
οἰνοπλάνητος, durch Wein verwirrt, weinbetört, κυλίκων οἰνοπλανήτοις ἁμίλλαις, Eur. Rhes. 363.
οἰνοπλάνητος
οἰνο-πλάνητος, ον,
πλανάομαι
- wine-bewildered, Eur.