οἰσυπώδης
οἰσυπώδης, greasy
οἰσυπ-ώδης, ες,
- greasy, of wool, Hp. Ulc. 12, 17.
οἰσυπώδης, ης, ες [ῠ] c. οἰσυπηρός, Hpc. 876d ||
Sup. -έστατος, Hpc. 879e.
Étym. οἴσυπος, -ωδης.
οἰσυπώδης, ες, = οἰσυπηρός, Hippocr.