οἰστροδόνητος
οἰστρο-δόνητος, ον, = foreg., A. Supp. 573 (lyr.), Ar. Th. 324 (lyr.):—also οἰστρό-δονος, ον, A. Supp. 16 (anap).
οἰστρο·δόνητος, ος, ον, c. le préc. Eschl. Suppl. 574 ; Ar. Th. 322.
Étym. οἶστρος, δονέω.
οἰστροδόνητος, = οἰστροδίνητος ; Ἰώ, Aesch. Suppl. 568 ; in einer parodierenden Stelle Ar. Thesm. 324, προλιπὼν μυχὸν ἰχθυόεντʼ οἰστροδόνητον Νηρέος.