οἰόγαμος
οἰό-γᾰμος, ον,
- = μονόγαμος, AP 5.231 (Paul.Sil.).
οἰό·γαμος, ος, ον [ᾰ] qui ne s’est marié qu’une fois, Anth. 5, 232.
Étym. οἶος, γάμος.
οἰόγαμος, = μονόγαμος, Paul.Sil. 38 (V.232).
οἰόγαμος
οἰό-γᾰμος, ον,
= μονόγαμος, Anth.