οὑμός
οὑμός, crase p. ὁ ἐμός, Il. 8, 360 ; Ar. Lys. 838 ; plur. οὑμοί, p. οἱ ἐμοί, Eur. Tr. 1240.
οὑμός, att. zsgzn st. ὁ ἐμός.
οὑμός
= ὁ ἐμός Il. 8.360.
οὑμός =ὁ ἐμός, Il. 8.360†.
= ὁ ἐμός Il. 8.360.