πάμφθερσις
πάμφθερσις, destroyer of all
πάμ-φθερσις, εως, ἡ,
- destroyer of all, στάσις B. Fr. 20.2.
πάμ·φθερσις, ιος, adj. f. c. le préc. Bacchyl. fr. 24, 3.
Étym. π. φθείρω.
πάμφθερσις, = πάμφθαρτος, στάσις, Bacchyl. bei Stob. phys. p. 166.