πάμφθαρτος
πάμφθαρτος, all-destroying
πάμ-φθαρτος, ον,
- all-destroying, μόρος A. Ch. 296.
πάμ·φθαρτος, ος, ον, qui détruit tout, funeste, Eschl. Ch. 296.
Étym. π. φθείρω.
πάμφθαρτος, allverderbend, Alle zu Grunde richtend, μόρος, Aesch. Ch. 294.
πάμφθαρτος
πάμ-φθαρτος, ον,
φθείρω
- all-destroying, Aesch.