παιόνιος
παιόνιος, η, ον,
- Ep. for παιώνιος, χείρ AP 14.55.
παιόνιος, η, ον, épq. c. παιώνιος, Anth. 14, 55.
παιόνιος, = παιώνιος, heilend, χείρ, Aenigm. 5 (XIV.55).
παιόνιος, α, ον
poetic for παιώνιος, Anth.