παιηονίς Save Bailly 2024 Pape παιηονίς, ίδος [ῐδ] adj. f. c. le préc. Anth. 11, 382, 6. παιηονίς, ίδος, ἡ, fem. zu παιηόνιος, v.l. für παιωνιάς bei Agath.