παντάδικος
παντάδικος, all-unrighteous
παντ-άδῐκος, ον,
- all-unrighteous, πλοῦτος Ph. 2.362.
παντ·άδικος, ος, ον [ᾰδῐ] tout à fait injuste, Phil. 2, 362.
Étym. π. ἄδικος.
παντάδικος, ganz ungerecht, Sp.