παρύφασμα Save LSJ Bailly 2024 Pape παρῠφ-ασμα, ατος, τό, = sq., Gal. 18(2).776. παρύφασμα, ατος (τὸ) [ῠ] c. le suiv. Orib. 65 Cocch. παρύφασμα, τό, = παρυφή, Sp.