πασπαλέτης Save LSJ Bailly 2024 Pape πασπᾰλέτης, ου, ὁ, = κεγχραλέτης, Gal. 19.128. πασπαλέτης, ου (ὁ) [ᾰλ] c. κεγχραλέτης, Gal. Lex. Hipp. 19, 128. πασπαλέτης, ὁ, nach Galen. bei Hippocr. = κεγχραλέτης.