About Report a problem

Menu

πασσαλεύω

πασσαλεύω, to pin

πασσᾰλ-εύω, Att. παττ-,
  • peg, pin, or fasten to, λαβών νιν . . π. πρὸς πέτραις A. Pr. 56; λάφυρα . . δόμοις ἐπασσάλευσαν Id. Ag. 579; ὡς πασσαλεύσῃ κρᾶτα τριγλύφοις E. Ba. 1214.
      • 2 drive in like a peg or bolt, σφηνὸς . . γνάθον στέρνων διαμπὰξ π. A. Pr. 65.

Saved

Recent