περίδακρυς
περίδακρυς, tearful
περίδακρυς, υ,
- tearful gloss on ἀμφιδάκρυτος, Sch. E. Ph. 330.
περίδακρυς, = περιδάκρυτος, Schol. Eur. Phoen. 332.
περίδακρυς, tearful