περιδείδω
περι·δείδω (f. -δείσομαι, ao. 1 περιέδεισα, pf. περιδείδια, au sens du prés.) craindre beaucoup, acc. Batr. 50 Abel ; τινος, Il. 10, 93 ; 17, 240 ; ou τινι, Il. 15, 123 ; 23, 822, craindre beaucoup pour qqn ou qqe ch. ; μή, Il. 13, 52, craindre que... ou de ne, etc. ; τινι μή, Il. 11, 509 ; 21, 328, craindre pour qqn que, etc. ; ἐμῇ κεφαλῇ π. μή, etc. Il. 17, 242, je crains pour ma tête que, etc. ; avec l’inf. A. Rh. 2, 1203 ; abs. A. Rh. 4, 1650 ||
➳ Dans Hom. seul. ao. épq. (th. περιδδ- pour περιδϝ-, v. δείδω) : ind. 3 pl. περίδδεισαν, Il. 11, 508 ; part. περιδδείσας, Il. 10, 93 ; fém. περιδδείσασα, Il. 15, 123 ; 21, 328 ; plur. περιδδείσαντες, Il. 23, 822 ; et pf. περιδείδια, Il. 17, 242 ; 2 sg. περιδείδιας, Batr. l. c.
περιδείδω, (δείδω), sehr fürchten ; Hom. im perf. u. aor., τῇ δὲ δὴ αἰνότατον περιδείδια μή τι πάθωμεν, Il. 13.52, ὅσσον ἐμῇ κεφαλῇ περιδείδια, μή τι πάθῃσιν, 17.242, u. c. gen., οὔτι τόσον νέκυος περιδείδια, 17.240, u. τινί, um Einen, πᾶσι περιδδείσασα θεοῖσιν, 15.123, wie 21.328, 23.822 ; sp.D., wie Qu.Sm. 6.543.