About Report a problem

Menu

περίχριστος

περίχριστος, ointment

περί-χριστος, ὁ,
  • ointment, Archig. ap. Orib. 44.26.11 (pl.); συναγχικῶν περίχριστος Dsc. 1.77; δίχα τῆς τῶν ἔξωθεν περιχρίστων ἐπιθέσεως Plu. Cons.Apoll. 2.102a.

Saved

Recent