περίχειρον
περίχειρον, a bracelet
περί-χειρον, τό,
- armlet, bracelet, Plb. 2.29.8:—Dim. περι-χειρίδιον, τό, Hsch. s.v. ἀβάκχευτον; also περι-χείριον, τό, Poll. 1.185.
περί·χειρον, ου (τὸ) bracelet, Pol. 2, 29, 8.
Étym. π. χείρ.
περίχειρον
περί-χειρον, ου, τό,
χείρ
- a bracelet, Polyb.