περιδηριάω
περιδηριάω, fight about
περιδηρ-ῐάω,
- fight about, Ep. part. περιδηριόωντα Q.S. 6.287:— Med., περιδηριόωνται Id. 4.165.
περι·δηριάω (part. prés. épq. περιδηριόων) lutter courageusement, Q. Sm. 6, 287 ||
Moy. (3 pl. prés. épq. περιδηριόωνται) m. sign. Q. Sm. 4, 165.