περιδέσμιος
περιδέσμιος, tied round
περιδέσ-μιος, ον,
- tied round, π. ἅμματι χειρῶν παρθενικήν Nonn. D. 48.142.
περιδέσμιος, ος, ον, lié tout autour, attaché, Nonn. D. 48, 142.
Étym. περίδεσμος.