Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιπορεία
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιποίησις
περιποιητικός
περιποιητός
περιποικίλλομαι
περιποίκιλος
περιποιπνύω
περιπολάζω
περιπολαῖος
περιπόλαιος
περιπολάρχης
περιπόλαρχος
περιπολεύω
περιπολέω
περιπόλημα
περιπόλησις
περιπολίζω
περιπόλιον
περιπόλιος
περίπολις
περιπόλισμα
περιπολιστικός
περιπολλόν
περίπολος
Περιπόλτας
περιπομπεύω
περιπομπή
περιπονέω
περιπόνηρος
περιποππύζω
περιπόππυσμα
περιπορεία
περιπορεύομαι
περιπορπάομαι
περιπόρπημα
περιπόρφυρος
περιπορφυρόσημος
περιπορφύρω
περιποτάμιος
περιποτάομαι
περίποτος
περίπου
περίπους
περιπρακτορία
περιπρήθω
περίπρησις
περιπρό
περιπροβάλλω
περιπροθέω
περιπροχέομαι
περιπροχέω
περιπρωκτιάω
περιπταίω
περιπτέρνεον
περιπτέρνια
περιπτέρνιον
περιπτερνίς
περίπτερος
περίπτισμα
περιπτίσματα
περιπτίσσω
περίπτυγμα
…
περιπορεία
Save
LSJ
περιπορ-εία, ἡ, in pl.,
gloss on ἀμφιπολῇσιν,
EM
91.8.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}