περιποτάομαι
περιποτάομαι, to hover about
περιποτάομαι, poet. for περιπέτομαι,
- hover about, τὰ δʼ ἀεὶ ζῶντα (sc. τὰ μαντεῖα) περιποτᾶται S. OT 482 (lyr.): c. acc., Hld. 2.22.
περι·ποτάομαι-ῶμαι, c. περιπέτομαι, Soph. O.R. 482 ; fig. avec l’acc. Hld. 2, 22.
περιποτάομαι, poet. statt περιπέτομαι, herumfliegen, umflattern, Soph. O.R. 482.
περιποτάομαι
poet. for -πέτομαι
- to hover about, Soph.