περιπόνηρος
περιπόνηρος, very rascally
περιπόνηρος, ον,
- very rascally, as a pun on περιφόρητος, Ἀρτέμων Ar. Ach. 850.
περι·πόνηρος, ος, ον, très méchant, Ar. Ach. 850.
Étym. π. πονηρός.
περιπόνηρος, sehr schlecht, Ar. Ach. 850.
περιπόνηρος
περι-πόνηρος, ον,
- very rascally, as a pun on περιφόρητος, Ar.