περισκόπησις
περισκόπησις, consideration
περισκόπ-ησις, εως, ἡ,
- = περίσκεψις, J. AJ 17.9.1: pl. in concrete sense, θαλάσσης ἀπέραντοι π. Sch. Opp. H. 1.364.
περισκόπησις, εως (ἡ) action de regarder tout autour, d’observer, Jos. A.J. 17, 9, 1.
Étym. περισκοπέω.
περισκόπησις, ἡ, = περίσκεψις (?).