περιστροφέω Save LSJ Bailly 2024 Pape περιστροφ-έω, v. περιστρωφάω. περιστροφέω-ῶ, se mouvoir autour de, d’où se trouver parmi, dat. Q. Sm. 6, 504 vulg. ; conj. -στρωφάω. Étym. περιστροφή. περιστροφέω, = περιστρέφω, Qu.Sm. 6.504.