περιστιχίζω
περιστιχίζω, to put all round
περιστῐχ-ίζω, = περιστοιχίζω, A. Ag. 1383.
περι·στιχίζω [τῐ] c. περιστοιχίζω, Eschl. Ag. 1383.
περιστιχίζω, in Reihen umherstellen, wie περιστοιχίζω, ἄπειρον ἀμφίβληστρον, ὥσπερ ἰχθύων, περιστιχίζω, Aesch. Ag. 1356.
περιστιχίζω
στίχος
- to put all round, Aesch.