περιστοναχέω
περιστοναχέω, bemoan
περιστονᾰχέω,
- bemoan, υἷα περιστονάχησε πεσόντα Q.S. 3.397.
- II groan all around, γαῖα περιστονάχησε cj. in Hes. Sc. 344; cf. περιστεναχίζω.
περι·στοναχέω-ῶ [ᾰ] c. le suiv. Q. Sm. 3, 397.
περιστοναχέω, = περιστοναχίζω, Qu.Sm. 3.397.