πιθηκώδης
πῐθηκώδης, ες,
- = πιθηκοειδής, Arist. Phgn. 812a9, Ael. NA 12.27.
πιθηκώδης, ης, ες [ῐ] c. πιθηκοειδής, Arstt. Physiogn. 6, 31.
Étym. π. -ωδης.
πιθηκώδης, ες, = πιθηκοειδής ; Arist. physiogn. 6 ; Ael.