πιθήκειος
πιθήκειος, of an ape, ape-like
πῐθήκ-ειος, α, ον,
- of an ape, ape-like, Gal. 2.386, UP 3.8, Suid.
πιθήκειος, α, ον [ῐ] de singe, Gal. 4, 98.
Étym. πίθηκος.
πιθήκειος, äffisch, affenartig, Sp., z.B. πιθήκειον βλέπειν.