πινακηδόν
πινακηδόν, like planks
πῐνᾰκ-ηδόν, Adv., (πίναξ)
- like planks, ῥήματα π. ἀποσπῶν Ar. Ra. 824, cf. Sch.adloc.
πινακηδόν [ῐᾰ] adv. comme des planches : ῥήματα πινακηδὸν ἀποσπῶν, Ar. Ran. 824, tirant les mots un à un comme les planches d’un navire.
Étym. πίναξ, -δον.
πινακηδόν, adv., brettweise, ῥήματα γομφοπαγῆ πιν. ἀποσπῶν, Ar. Ran. 823, der Schol. erkl. ἀποσπῶν τὰ ῥήματα ὥσπερ πίνακας ἀπὸ πλοίων.
πινακηδόν
πίναξ
- like planks, Ar.