πίμπλημι
πίμπλημι, πίμπλημι/ἐμπίμπλημι, fill (+ gen. of thing)
- fill, c. gen.rei, fill full of . ., τράπεζαν ἀμβροσίης Od. 5.93; πήρην σίτου καὶ κρειῶν 17.411; π. τινὰ μένεος, θάρσευς φρένας, Il. 13.60, 17.573; καλάμης τὸ πλοῖον Hdt. 1.194; π. κρητῆρα κακῶν A. Ag. 1398; πίμπλημʼ ὄμμα δακρύων S. El. 906; δακρύων ἔπλησεν ἐμέ filled me full of tears, E. Or. 368: c. dat. rei, fill with . ., ἰαχῇ τε φόβῳ τε πάσας πλῆσαν ὁδούς Il. 16.374; δακρύοις Ἑλλάδʼ ἅπασαν ἔπλησεν E. Or. 1363 (lyr.); simply, fill, ἰχθύες . . πιμπλᾶσι μυχούς Il. 21.23, cf. 14.35, Hes. Op. 411, Pl. Grg. 494a; π. μέλος A. Fr. 57.4: abs., πίμπλη σὺ μὲν ἐμοί (sc. τὴν κύλικα) Xenarch. 3.
- 2 fill full, satisfy, glut, E. Cyc. 146, etc.
- 3 fill, discharge an office, A. Ch. 361 (dub.).
- II Med., fill for oneself, or what is oneʼs own, πλησάμενος οἴνοιο δέπας having filled himself a cup of wine, Il. 9.224, cf. Od. 14.112, etc.; π. νῆας load ships, ib. 87; π. . . θυμὸν ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος fill up, satiate oneʼs desire with . ., 17.603; ματρόθεν δυσώνυμα λέκτρʼ ἐπλήσω S. OC 528 (lyr.); πεδία πίμπλασθʼ ἁρμάτων fill the plain full of your chariots, v.l. in E. Ph. 522.
- III Pass., to be filled, be full of, τῶν . . ἐπλήσθη πεδίον Il. 20.156; πλῆτο ῥόος . . ἵππων τε καὶ ἀνδρῶν 21.16; ὄσσε δακρυόφι πλῆσθεν Od. 4.705, etc.; μένεος . . φρένες . . πίμπλαντο Il. 1.104; πλῆσθεν . . μέλεʼ ἐντὸς ἀλκῆς 17.211; ἀλκῆς πλῆτο φρένας . . ib. 499; ἀϋτῆς . . ἐπλήσθη στέγος E. Heracl. 646: rarely c. dat., λέκτρα δʼ ἀνδρῶν πόθῳ πίμπλαται δακρύμασι A. Pers. 134 (lyr.); δάκρυσι τὸ στράτευμα πλησθέν Th. 7.75.
- 2 to be filled, satisfied, have enough of a thing, αἱμάτων γένυσιν πλησθῆναι S. Ant. 121; π. τῆς νόσου ξυνουσίᾳ to be wearied of it by being with it, Id. Ph. 520; ἡδονῶν Pl. R. 442a, etc.
- 3 of females, become pregnant, Arist. HA 576b29, 578b32. (Cf. Skt. piparti ‘fill’, pūrṇá-, Lat. plenus, Goth. fulls, etc. ‘full’.)
1. act. met acc. vullen (met), met gen.:
2. med.-pass. zich vullen (met), vol raken (van); met gen.:
vollmachen, anfüllen ; c. acc., ἰχθύες φεύγοντες πιμπλᾶσι μυχοὺς λιμένος, Il. 21.23 ; gewöhnlich τί τινος, Etwas womit, z.B. τράπεζαν ἀμβροσίης πλήσασα, nachdem sie den Tisch mit Ambrosia angefüllt hatte, Od. 5.93 ; τάχα κεν φεύγοντες ἐναύλους πλήσειαν νεκύων, Il. 16.72 ; ἀμφοτέρω πλῆσεν μένεος, Il. 13.60, u. öfter in ähnlichen Verbindungen. – Im med. für sich füllen, πλησάμενος δʼ οἴνοιο δέπας, Il. 9.224, πλησάμενος δʼ ἄρα θυμὸν ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος, Od. 17.603, 19.198, nachdem er seine Eßlust gestillt, sich an Speise und Trank gesättigt hatte ; – pass., μένεος δὲ μέγα φρένες πίμπλαντο, Il. 1.104, ὄσσε δʼ ἄρα σφέων δακρυόφιν πίμπλαντο, Od. 20.349, wie τὼ δέ οἱ ὄσσε δακρυόφιν πλῆσθεν, d.i. ἐπλήσθησαν, Il. 17.696 ; u. eben so im aor. synkop., ἀλκῆς καὶ σθένεος πλῆτο φρένας, 17.499, πλῆτο ῥόος ἐπιμὶξ ἀνδρῶν τε καὶ ἵππων, 21.16, u. öfter. – Eben so Tragg. u. in Prosa : τοσῶνδε κρατῆρʼ ἐν δόμοις κακῶν ὅδε πλήσας ἀραίων, Aesch. Ag. 1371 ; aber auch c. dat., λέκτρα δʼ ἀνδρῶν πόθῳ πίμπλαται δακρύμασιν, Pers. 131 ; χαρᾷ δὲ πίμπλημʼ εὐθὺς ὄμμα δακρύων, Soph. El. 894 u. öfter ; πρίν ποθʼ ἁμετέρων αἱμάτων γένυσιν πλησθῆναι, sättigen, Ant. 121 ; u. im med., μητρόθεν δυσώνυμα λέκτρʼ ἐπλήσω ; O.C. 532 ; πεδία πίμπλασθʼ ἁρμάτων, Eur. Phoen. 525 ; οὐδὲ τὸ στέγον ἑαυτῶν πιμπλάντες, Plat. Rep. IX.586b ; λήθης τε καὶ κακίας πλησθεῖσα, Phaedr. 248c ; Sp., χῶρος δίψης ἀεὶ πιμπλάμενος, Luc. Nigr. 16 ; Plut. u. A.
[redup. (with euphonic μ) fr. πλα-, πλη-.]
3 sing. aor. πλῆσε Il. 13.60, Il. 17.573.
3 pl. πλῆσαν Il. 14.35, Il. 16.374, Il. 18.351 : Od. 17.411.
3 pl. opt. πλήσειαν Il. 16.72.
Aor. pple. fem. πλήσασα Il. 16.223 : Od. 5.93.
Mid. 3 pl. aor. opt. πλησαίατο Od. 19.198.
Pple. πλησάμενος, -ου Il. 9.224 : Od. 14.87, 112, Od. 17.603.
Pass. 3 sing. aor. ἐπλήσθη Il. 20.156.
3 pl. πλῆσθεν Il. 17.211, 696, Il. 23.397 : Od. 4.705, Od. 19.472.
3 sing. aor. πλῆτο Il. 17.499, Il. 18.50, Il. 21.16, 300, Il. 23.777 : Od. 12.417, Od. 14.267, 307, Od. 17.436.
3 pl. πλῆντο Od. 8.57.
(ἀνα-, ἐμπίπλημι). To fill.
- 1
- a
To fill (a receptacle or the like) by pouring or putting something into it.
With genit. of material : πλῆσαν πήρην σίτου Od. 17.411. Cf. Il. 16.223, Il. 18.351.
In mid. : πλησάμενος δῶκε σκύφος Od. 14.112. Cf. Od. 14.87.
With genit. : πλησάμενος οἴνοιο δέπας Il. 9.224.
Of satisfying the appetite.
In mid. : ἵνα πλησαίατο θυμόν Od. 19.198.
With genit. : πλησάμενος θυμὸν ἐδητύος Od. 17.603.
In pass., to be filled, be full.
With genit. or instrumental : ὄνθου πλῆτο στόμα (had his mouth filled with . . .) Il. 23.777, ὄσσε οἱ δακρυόφι πλῆσθεν Il. 17.696 = Il. 23.397 : = Od. 4.705 = Od. 19.472. Cf. Od. 10.248 = Od. 20.349.
- b
In immaterial sense.
With genit. : ἀμφοτέρω πλήσεν μένεος Il. 13.60. Cf. Il. 17.573.
In pass., to be filled, be full.
With genit. : πλῆσθέν οἱ μέλεʼ ἀλκῆς Il. 17.211. Cf. Il. 17.499, Il. 1.104 : = Od. 4.662.
- a
- 2
- a
To fill or occupy the whole extent or capacity of : πλῆσαν ἠϊόνος στόμα Il. 14.35. Cf. Il. 16.374, Il. 21.23.
With genit. : ἐναύλους κε πλήσειαν νεκύων Il. 16.72. Cf. Od. 5.93 (loading it).
In pass., to be filled, be full.
With genit. : τῶν πλῆτο σπέος Il. 18.50. Cf. Il. 20.156, Il. 21.16, 300 : Od. 8.57, Od. 14.267 = Od. 17.436.
- b
In immaterial sense : ἐν δὲ θεείου πλῆτο Od. 12.417, Od. 14.307.
- a
- 1fill τοὶ δʼ ἐπίμπλαν ἐσσύμενοι πίθους (i. e. impf., Naber: ἐπίμπλων codd. Plutarchi: ἐπίμπλεν Wil.: δὲ πίμπλων Page) *fr. 104b. 3.* πέλλαι γὰρ ξύλιναι πίθοι τε πλῆσθεν ἅπαντες *fr. 104b. 5.*
Strong 4130 (KJV)
to fill: c. acc., Lk 5:7; c. acc. et gen., Mt 27:48; pass., Mt 22:10, Ac 19:29; of that which fills or takes possession of the mind: pass., c. gen., Lk 1:15, 41, 67 4:28 5:26 6:11, Ac 2:4 3:10 4:8, 31 5:17 9:17 13:9, 45. Metaph. (as in LXX for
toma una lámpara no pintada de rojo ni grabada, ponle una mecha y llénala con aceite de cedro
que lo llene de agua
- Ito fill full of a thing, c. gen., Hom., etc.: c. dat. to fill with a thing, Eur.:—absol. to fill up, to fill, Il., Attic
- 2to fill, discharge an office, Aesch.
- IIMid. to fill for oneself, or what is oneʼs own, πλήσασθαι δέπας οἴνοιο to fill oneself a cup of wine, Il.; πλ. νῆας to get ships laden, Od.; θυμὸν πλήσασθαι ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος to satiate oneʼs desire with meat and drink, Od.; πεδία πίμπλασθʼ ἁρμάτων fill the plain full of your chariots, Eur.
- IIIPass. to be filled, become or be full of, c. gen., Hom., etc.
- 2to have enough of a thing, πλησθῆναι αἱμάτων Soph.; ἡδονῶν Plat.; —rarely c. dat., δάκρυσι πλησθείς Thuc.
-
…εἰπὼν κατʼ ἄρʼ ἕζετο · τοῖσι δʼ ἀνέστη ἥρως Ἀτρεΐδης εὐρὺ κρείων Ἀγαμέμνων ἀχνύμενος · μένεος δὲ μέγα φρένες ἀμφιμέλαιναι πίμπλαντʼ, ὄσσε δέ οἱ πυρὶ λαμπετόωντι ἐΐκτην · Κάλχαντα πρώτιστα κάκʼ ὀσσόμενος προσέειπε · μάντι κακῶν οὐ πώ ποτέ μοι…
Homer, Iliad
-
…ἐκλέλοιπεν μελισ σᾶν σὺν ὀρχάμῳ στρατοῦ, τὸν ἀμφίζευκτον ἐξαμείψας ἀμφοτέρας ἅλιον πρῶνα κοινὸν αἴας. λέκτρα δʼ ἀνδρῶν πόθῳ πίμπλαται δακρύμασιν · Περσίδες δʼ ἁβροπενθεῖς ἑκά στα πόθῳ φιλάνορι τὸν αἰχμάεντα θοῦρον εὐνα τῆρʼ ἀποπεμψαμένα λείπεται μονόζυξ. ἀλλʼ ἄγε…
Aeschylus, Persians
-
…τε μάλʼ ἐνδυκέως ῥινὸν κρατεροῖς ὀνύχεσσι σχίσσας ὅττι τάχιστα μελίφρονα θυμὸν ἀπηύρα · ἐμ μένεος δʼ ἄρα τοῦ γε κελαινὸν πίμπλαται ἦτορ · γλαυκιόων δʼ ὄσσοις δεινὸν πλευράς τε καὶ ὤμους οὐρῇ μαστιόων ποσσὶν γλάφει, οὐδέ τις αὐτὸν ἔτλη ἐς…
Hesiod, Shield of Heracles
-
…αὐτοῦ ταύτῃ διεφθάρη καὶ δὴ καὶ αὐτὸς Κῦρος τελευτᾷ, βασιλεύσας τὰ πάντα ἑνὸς δέοντα τριήκοντα ἔτεα. ἀσκὸν δὲ πλήσασα αἵματος ἀνθρωπηίου Τόμυρις ἐδίζητο ἐν τοῖσι τεθνεῶσι τῶν Περσέων τὸν Κύρου νέκυν, ὡς δὲ εὗρε, ἐναπῆκε αὐτοῦ τὴν…
Herodotus, The Histories
-
…πότμον. οὐδέ τι ἐκφάσθαι δύνατο ἔπος ἱέμενός περ, κῆρ ἄχεϊ μεγάλῳ βεβολημένος · ἐν δέ οἱ ὄσσε δακρυόφιν πίμπλαντο, γόον δʼ ὠίετο θυμός. ἀλλʼ ὅτε δή μιν πάντες ἀγασσάμεθʼ ἐξερέοντες, καὶ τότε τῶν ἄλλων ἑτάρων κατέλεξεν…
Homer, Odyssey
-
…Ἰάνασσα Μαῖρα καὶ Ὠρείθυια ἐϋπλόκαμός τʼ Ἀμάθεια ἄλλαι θʼ αἳ κατὰ βένθος ἁλὸς Νηρηΐδες ἦσαν. τῶν δὲ καὶ ἀργύφεον πλῆτο σπέος · αἳ δʼ ἅμα πᾶσαι στήθεα πεπλήγοντο, Θέτις δʼ ἐξῆρχε γόοιο · κλῦτε κασίγνηται Νηρηΐδες, ὄφρʼ ἐῢ…
Homer, Iliad
-
…καὶ θρῆνυν ἑλὼν ὑπέφηνε τραπέζης κείμενον, ᾧ ῥʼ ἔπεχεν λιπαροὺς πόδας εἰλαπινάζων · οἱ δʼ ἄλλοι πάντες δίδοσαν, πλῆσαν δʼ ἄρα πήρην σίτου καὶ κρειῶν · τάχα δὴ καὶ ἔμελλεν Ὀδυσσεὺς αὖτις ἐπʼ οὐδὸν ἰὼν προικὸς γεύσεσθαι Ἀχαιῶν ·…
Homer, Odyssey
-
…λίθοι ἕτοιμοι καὶ τὸ χωρίον ὀρώρυκτο, ἐκτρέψασα τοῦ ποταμοῦ τὸ ῥέεθρον πᾶν ἐς τὸ ὤρυσσε χωρίον, ἐν ᾧ ἐπίμπλατο τοῦτο, ἐν τούτῳ ἀπεξηρασμένου τοῦ ἀρχαίου ῥεέθρου τοῦτο μὲν τὰ χείλεα τοῦ ποταμοῦ κατὰ τὴν πόλιν καὶ τὰς καταβάσιας…
Herodotus, The Histories
-
…μηδεμίαν φωνὴν ἱέναι, ἐν στέγῃ δὲ ἐρήμῃ ἐπʼ ἑωυτῶν κέεσθαι αὐτά, καὶ τὴν ὥρην ἐπαγινέειν σφι αἶγας, πλήσαντα δὲ γάλακτος τἆλλα διαπρήσσεσθαι · ταῦτα δὲ ἐποίεέ τε καὶ ἐνετέλλετο Ψαμμήτιχος θέλων ἀκοῦσαι τῶν παιδίων, ἀπαλλαχθέντων τῶν ἀσήμων…
Herodotus, The Histories
-
…δὴ ζέσσεν ὕδωρ ἐνὶ ἤνοπι χαλκῷ, καὶ τότε δὴ λοῦσάν τε καὶ ἤλειψαν λίπʼ ἐλαίῳ, ἐν δʼ ὠτειλὰς πλῆσαν ἀλείφατος ἐννεώροιο · ἐν λεχέεσσι δὲ θέντες ἑανῷ λιτὶ κάλυψαν ἐς πόδας ἐκ κεφαλῆς, καθύπερθε δὲ φάρεϊ λευκῷ .…
Homer, Iliad