πιμελής
πιμελής, fat
πῑμελ-ής, ές,
- fat, Aq. Jd. 3.17, Luc. Tim. 15, Babr. 100.1, etc.: Comp. -έστερος Luc. Symp. 43.
πιμελής, ής, ές [ῑ] gras, Luc. Tim. 15 ; Babr. 99, 1, etc. ||
Cp. -έστερος, Luc. Conv. 43.
Étym. πιμελή.
πιμελής, [ῑ], ές, fett, Arist. u. Folgde ; ὄρνις πιμελεστέρα, Luc. Conv. 43.
πιμελής
from πῑμελή
πῑμελής, ές
- fat, Luc., Babr.; comp. -έστερος, Luc.