ποικιλότραυλος
ποικιλότραυλος, twittering in various notes
ποικῐλό-τραυλος, ον,
- lisping in various notes, μέλη Theoc. Ep. 4.10.
ποικιλό·τραυλος, ος, ον [ῐ] aux accents variés, Anth. 9, 437, 10.
Étym. π. τραυλός.
ποικιλότραυλος, auf mannichfaltige Art stammelnd, singend, von Vögeln, μέλη κόσσυφοι ἠχεῦσιν, Theocr. 4 (IX.437).
ποικιλότραυλος
ποικῐλό-τραυλος, ον,
- twittering in various notes, Theocr.